WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γάδων

noun

γάδωνΓάδων: γενική πληθυντικού του «γάδος», δηλ. του ψαριού μπακαλιάρος.

Daily Puzzle #1495 · 23 Ιουλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα