ˈɣa.ɾos
Originγάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάρος (είδος σάλτσας) & γάρον (ουδέτερο) < αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενή: ποντιακή γάρον < αρχαία ελληνική γάρον
- το αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.). Λέγεται και άλμη ή σαλαμούρα
- σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι
- το υγρό που απομένει στο ελαιοτριβείο μετά την έκθλιψη των ελιών
- figurativelyκάθε θολό υγρό
- το λέκιασμα, ο ρύπος
Formsγάρος(singular, nominative) · γάροι(nominative, plural) · γάρου(genitive, singular) · γάρων(genitive, plural) · γάρο(accusative, singular) · γάρους(accusative, plural) · γάρε(singular, vocative) · γάροι(vocative, plural) · γάρος(masculine) · Γάρος(masculine) · Γάρου(feminine) · Garos(transliteration, Latin)