- η ώρα που ο ήλιος γέρνει, το ηλιοβασίλεμα, η δύση
“※ Άλλαξαν όλα. Όλα εκτός από το τσαγκάρικο του κυρ Κώστα. Που, σκυμμένος από τη δουλειά μα και από τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη, εξακολουθούσε να δουλεύει «από την αυγή ώς το γέρμα». Τώρα πουλο”
Τύποιγέρμα(singular, nominative) · γέρματα(nominative, plural) · γέρματος(genitive, singular) · γερμάτων(genitive, plural) · γέρμα(accusative, singular) · γέρματα(accusative, plural) · γέρμα(singular, vocative) · γέρματα(vocative, plural) · γέρμα(neuter)