WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γίγας

noun

γίγαςΠολύ μεγάλος και δυνατός άνθρωπος ή πλάσμα· γίγαντας.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1074 · 28 Μαΐου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα