Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΕΙΡΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γείρε
verb
γείρε
—
Προστακτική του «γέρνω»: κλίνε/γύρε προς μια πλευρά ή σκύψε.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#346 · 31 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις