WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γερές

5 letters·Ελληνικά
adjective

γερές—Θηλυκό πληθυντικό του «γερός»: δυνατές, ανθεκτικές, σε καλή κατάσταση/υγεία.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #823 · 20 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα