Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΕΡΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γερού
γερού
—
γενική ενικού του γερός
Λεξικό
Ετυμολογία
Γερού < → λείπει η ετυμολογία
adj
genitive, singular
γενική ενικού του γερός
genitive, singular
γενική ενικού του γερό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Γερού
(feminine)
·
Γέρος
(masculine)
·
Gerou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1068 · 22 Μαΐου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις