Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γεώδη
γεώδη
—
αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του γεώδης
Wiktionary →
Dictionary
adj
αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του γεώδης
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γεώδης
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#538 · 9 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment