ʝaˈti
Ετυμολογίαγιατί < (κληρονομημένο) καθαρεύουσα διατί < αρχαία ελληνική διὰ τί < διὰ + τί
- ερωτηματικό μόριο που αναφέρεται στον λόγο, την αιτία ή τον σκοπό μιας πράξης
“Γιατί δεν πήγες στη δουλειά σήμερα;”
- αιτιολογικός σύνδεσμος που αναφέρεται στον λόγο την αιτία ή τον σκοπό μιας πράξης
“Δεν πήγα, γιατί είμαι άρρωστος.”