ˈɡa.zi
Ετυμολογίαγκάζι < (άμεσο δάνειο) γαλλική gaz < ολλανδική gaz < λατινική chaos < αρχαία ελληνική χάος (αντιδάνειο)
- φωταέριο
- broadlyτο εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου
- Το πετάλι επιτάχυνσης του αυτοκινήτου.
- περιοχή της Αθήνας
“※ Ποιος να φανταζόταν τότε ότι η Ιερά Οδός θα είχε νυχτερινά κέντρα και μπράβους και το Γκάζι θα ήταν αυτό που είναι; (Νίκος Βατόπουλος, Περπατώντας στην Αθήνα (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2018), σελ. 122)”
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιγκάζι(singular, nominative) · γκάζια(nominative, plural) · γκαζιού(genitive, singular) · γκαζιών(genitive, plural) · γκάζι(accusative, singular) · γκάζια(accusative, plural) · γκάζι(singular, vocative) · γκάζια(vocative, plural) · γκάζι(neuter) · Γκάζι(neuter) · Γκάζι(singular, nominative) · Γκάζια(nominative, plural) · Γκαζιού(genitive, singular) · Γκαζιών(genitive, plural) · Γκάζι(accusative, singular) · Γκάζια(accusative, plural) · Γκάζι(singular, vocative) · Γκάζια(vocative, plural) · Gkazi(transliteration, Latin)