Originγλασέ < γαλλική glacé < glacer < λατινική glacio < glacies
- που τον έχουν επικαλύψει με γλάσο
- λεπτό και στιλπνό χαρτί με χρωματιστή, γυαλιστερή όψη στη μία πλευρά, που χρησιμοποιείται κυρίως σε χειροτεχνίες και διακοσμήσεις
“※ Το περιεχόμενο δεν ήταν μια συνηθισμένη κόλλα χαρτί αλλά μια κάρτα λευκή γλασέ κάπως μεγαλούτσικη (Κυριάκος Ι. Διακογιάννης, Οι σαρκοφάγοι του Ελληνισμού, εκδ. Γ. Λαδια, 1979, σελ. 274)”
“※ Κι εξώφυλλο λευκό, γλασέ, μὲ κόκκινα καὶ μαῦρα γράμματα κομψότατα - τὰ « πεζά » μάλιστα τοῦ τίτλου - καὶ μὲ τὸ θαυμάσιο, τὸ κλασικὸ ἐκεῖνο σκίτσο τοῦ Ρούμπου, τυπωμένο κι' αὐτὸ διχρωμικά. (Ο βιβλιόφ”
Formsγλασέ(invariable) · γλασέ(invariable, neuter)