WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γλασέ

γλασέλεπτό και στιλπνό χαρτί με χρωματιστή, γυαλιστερή όψη στη μία πλευρά, που χρησιμοποιείται κυρίως σε χειροτεχνίες και διακοσμήσεις

Wiktionary →
Daily Puzzle #762 · 21 Ιουλίου 2023
·Archive
No comments yet