Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΛΟΙΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γλοιό
noun
γλοιό
—
Γλοιός: παχύρρευστη, γλιστερή βλέννα ή κολλώδης ουσία.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1267 · 7 Δεκεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις