Ετυμολογίαγλυκό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γλυκός
- παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής με γλυκιά γεύση, φτιαγμένο με ζάχαρη ή μέλι
- singular-onlyμια από τις πέντε βασικές γεύσεις
- accusative, singularαιτιατική ενικού του γλυκός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γλυκός
Τύποιγλυκό(singular, nominative) · γλυκά(nominative, plural) · γλυκού(genitive, singular) · γλυκών(genitive, plural) · γλυκό(accusative, singular) · γλυκά(accusative, plural) · γλυκό(singular, vocative) · γλυκά(vocative, plural) · γλυκό(neuter)