Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΛΥΚΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γλυκύ
adjective
γλυκύ
—
Γλυκό, με ευχάριστη γεύση σαν ζάχαρη ή μέλι.
Λεξικό
Ετυμολογία
γλυκύ < ουδέτερο του γλυκύς
noun
βλέπε γλυκός
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
γλυκύ
(neuter)
·
Γλυκύ
(feminine)
·
Γλυκύς
(masculine)
·
Glyky
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#961 · 5 Φεβρουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
sweet
English
sucré
French