WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γνώθι

verb

γνώθιΠροστακτική του «γνωρίζω»: μάθε/γνώρισε (π.χ. «γνώθι σαυτόν»).

Daily Puzzle #877 · 13 Νοεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα