Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΟΡΓΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γοργό
adjective
γοργό
—
Που κινείται ή γίνεται γρήγορα, με ταχύτητα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του γοργός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γοργός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1638 · 13 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις