WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γοργό

adjective

γοργόΠου κινείται ή γίνεται γρήγορα, με ταχύτητα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1638 · 13 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα