WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γραφώ

5 letters·Ελληνικά
verb

γραφώ—Γράφω: σχηματίζω γράμματα ή κείμενο (σε χαρτί ή ψηφιακά).

Daily Puzzle #1513 · 10 Αυγούστου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα