WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γριάς

ουσιαστικό

γριάςΓριάς: ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθως με οικείο ή και υποτιμητικό τόνο.

Daily Puzzle #1729 · 14 Μαρτίου 2026
·Archive
No comments yet