WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γριάς

noun

γριάςΓριάς: ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθως με οικείο ή και υποτιμητικό τόνο.

Duotrigordle Πλέγμα 1 #99 · 18 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 16 #95 · 14 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 9 #77 · 26 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 1 #68 · 17 Ιουνίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 4 #66 · 15 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 1 #58 · 7 Ιουνίου 2026
Octordle Πλέγμα 7 #50 · 30 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 9 #42 · 22 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 5 #10 · 20 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1729 · 14 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα