WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γριάς

noun

γριάςΓριάς: ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθως με οικείο ή και υποτιμητικό τόνο.

Octordle Πλέγμα 7 #50 · 30 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 5 #10 · 20 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1729 · 14 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα