Ετυμολογίαγρόσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόσι(ν) < βενετική grosso < λατινική grossus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷres-
- datedνόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Βενετίας κ.ά.)
“※ ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmu”
- figurativelyτα χρήματα
“※ ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί”
Τύποιγρόσι(singular, nominative) · γρόσια(nominative, plural) · γροσιού(genitive, singular) · γροσιών(genitive, plural) · γρόσι(accusative, singular) · γρόσια(accusative, plural) · γρόσι(singular, vocative) · γρόσια(vocative, plural) · γρόσι(neuter)