Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΡΥΖΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γρύζω
γρύζω
—
γρυλίζω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
γρύζω < αρχαία ελληνική γρύζω
verb
γρυλίζω
γογγύζω
μουρμουρίζω
κάνω γρῦ
γογγύζω
μουρμουρίζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1654 · 29 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις