WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γυαλί

noun

γυαλίΥλικό από γυαλί ή αντικείμενο/επιφάνεια από γυαλί, όπως τζάμι ή ποτήρι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1835 · 28 Ιουνίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 4 #57 · 6 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 3 #38 · 18 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #995 · 10 Μαρτίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα