WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γυαλί

noun

γυαλίΥλικό από γυαλί ή αντικείμενο/επιφάνεια από γυαλί, όπως τζάμι ή ποτήρι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #995 · 10 Μαρτίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα