ʝaˈli
Originγυαλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ελληνιστική κοινή ὑάλιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὕαλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)
- στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
- figurativelyτο ποτήρι
“ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)”
- figurativelyη τηλεόραση
- pluralτα κομμάτια από γυαλί
“μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα”
- πληθυντικός: τα γυαλιά
Formsγυαλί(singular, nominative) · γυαλιά(nominative, plural) · γυαλιού(genitive, singular) · γυαλιών(genitive, plural) · γυαλί(accusative, singular) · γυαλιά(accusative, plural) · γυαλί(singular, vocative) · γυαλιά(vocative, plural) · γυαλί(neuter)