ɣoˈni.a
Originγωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού). Συγκρίνετε με το γωνιά.
- ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
“οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία”
- το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
“Υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου.”
- το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
“Βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου!”
- το ακριανό μέρος ενός ψωμιού
“Όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!”
Formsγωνία(singular, nominative) · γωνίες(nominative, plural) · γωνίας(genitive, singular) · γωνιών(genitive, plural) · γωνία(accusative, singular) · γωνίες(accusative, plural) · γωνία(singular, vocative) · γωνίες(vocative, plural) · γωνία(feminine)