Ετυμολογίαγόνος < αρχαία ελληνική γόνος, θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι (αόριστος εγενόμην, παρακείμενος γέγονα)
- τέκνο, απόγονος
“γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου”
- σπέρμα, σπόρος
- η γύρη των λουλουδιών
- αβγά ή νεογνά ψαριών
“η αλιεία γόνου απαγορεύεται”
Τύποιγόνος(singular, nominative) · γόνοι(nominative, plural) · γόνου(genitive, singular) · γόνων(genitive, plural) · γόνο(accusative, singular) · γόνους(accusative, plural) · γόνε(singular, vocative) · γόνοι(vocative, plural) · γόνος(masculine) · Γόνος(masculine) · Gonos(transliteration, Latin)