Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΥΡΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γύρας
γύρας
—
γενική ενικού του γύρα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Γύρας < αρχαία ελληνική Γύρας
noun
genitive, singular
γενική ενικού του γύρα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Γύρας
(masculine)
·
Γύρα
(feminine)
·
Gyras
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#436 · 29 Αυγούστου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις