WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γύψος

noun

γύψοςΥλικό σε σκόνη (θειικός ασβέστιος) που με νερό γίνεται πάστα και σκληραίνει, για επιχρίσματα ή γύψινους νάρθηκες.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #894 · 30 Νοεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα