Originγύψος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γύψος < αρχαία ελληνική γύψοςθηλυκό (σήμαινε κιμωλία και είδος ασβέστου)
- ορυκτό του ασβεστίου από το οποίο παράγεται το γυψοκονίαμα για οικοδομική, ορθοπεδική, οδοντιατρική και καλλιτεχνική χρήση
Formsγύψος(singular, nominative) · γύψοι(nominative, plural) · γύψου(genitive, singular) · γύψων(genitive, plural) · γύψο(accusative, singular) · γύψους(accusative, plural) · γύψε(singular, vocative) · γύψοι(vocative, plural) · γύψος(masculine)