Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΑΔΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δάδας
noun
δάδας
—
Πληθυντικός της «δάδα»: αναμμένος πυρσός ή δαυλός για φωτισμό.
Λεξικό
Ετυμολογία
Δάδας < αρχαία ελληνική Δάδας
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Δάδας
(masculine)
·
Dadas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1376 · 26 Μαρτίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις