WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δάδας

noun

δάδαςΠληθυντικός της «δάδα»: αναμμένος πυρσός ή δαυλός για φωτισμό.

Daily Puzzle #1376 · 26 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα