WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δάσος

noun

δάσοςΈκταση γης με πολλά δέντρα και φυσική βλάστηση.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 28 #70 · 19 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #1578 · 14 Οκτωβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα