ˈðaf.ni
Ετυμολογίαδάφνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάφνη
:* (μεταφορική έννοια) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική laurier
- αειθαλές φυτό με μεγάλο ύψος (6-18 μέτρα). Έχει σκληρά, μακρόστενα κι αρωματικά άνθη και σκουρόχρωμους καρπούς. Τα φύλλα του είναι κιτρινωπά ή πρασινωπά, έχουν ωοειδές σχήμα με σκληρή και δερματώδη υφή και είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Τα κλαδιά της δάφνης είναι το σύμβολο της δόξας
- το φύλλο του δέντρου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική
“Με δύο φύλλα δάφνης το στιφάδο έχει άλλη νοστιμιά.”
- figurativelyο θρίαμβος, η επιτυχία, η δόξα
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- προάστιο της Αθήνας
Τύποιδάφνη(singular, nominative) · δάφνες(nominative, plural) · δάφνης(genitive, singular) · δαφνών(genitive, plural) · δάφνη(accusative, singular) · δάφνες(accusative, plural) · δάφνη(singular, vocative) · δάφνες(vocative, plural) · δάφνη(feminine) · Δάφνη(singular, nominative) · Δάφνες(nominative, plural) · Δάφνης(genitive, singular) · Δαφνών(genitive, plural) · Δάφνη(accusative, singular) · Δάφνες(accusative, plural) · Δάφνη(singular, vocative) · Δάφνες(vocative, plural) · Δάφνη(feminine)