WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δέεις

verb

δέειςΔένεις κάτι, δηλαδή το ασφαλίζεις/στερεώνεις με κόμπο ή δέσιμο (π.χ. κορδόνια, σχοινί).

Daily Puzzle #476 · 8 Οκτωβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα