Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΕΤΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δέετε
verb
δέετε
—
Δέετε: (εσείς) δένετε κάτι, το στερεώνετε με κόμπο ή δέσιμο.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#371 · 25 Ιουνίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις