ˈðe.i.si
Ετυμολογίαδέηση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δέη(σις) (αρχαία σημασία: έντονη παράκληση) + -ση < δέω/δέομαι (έχω ανάγκη,χρειάζομαι)
- η παρακλητική προσευχή που απευθύνεται στον Θεό με συγκεκριμένο κάθε φορά αίτημα
Τύποιδέηση(singular, nominative) · δεήσεις(nominative, plural) · δέησης(genitive, singular) · δεήσεων(genitive, plural) · δέηση(accusative, singular) · δεήσεις(accusative, plural) · δέηση(singular, vocative) · δεήσεις(vocative, plural) · δέηση(feminine)