WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δένει

ρήμα

δένειΔένει: δένει κάτι με σκοινί/κόμπο ή το στερεώνει ώστε να μη λυθεί ή να μη φύγει.

Duotrigordle Board 15 #3 · 13 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #252 · 26 Φεβρουαρίου 2022
·Archive
No comments yet