Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΈΝΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δένει
5 letters
·
Ελληνικά
verb
δένει
—
Δένει: δένει κάτι με σκοινί/κόμπο ή το στερεώνει ώστε να μη λυθεί ή να μη φύγει.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#252 · 26 Φεβρουαρίου 2022
Previous word
#251 · φυγών
Next word
#253 · δίνης
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις