WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δένει

verb

δένειΔένει: δένει κάτι με σκοινί/κόμπο ή το στερεώνει ώστε να μη λυθεί ή να μη φύγει.

Daily Puzzle #252 · 26 Φεβρουαρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα