δίκτυ—Δίκτυ: πλέγμα από νήματα ή σύρμα που χρησιμοποιείται για ψάρεμα ή για να συγκρατεί/καλύπτει κάτι.
δίκτυ < μεσαιωνική ελληνική δίκτυ(ν) < αρχαία ελληνική δίκτυον