WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δίνης

noun

δίνηςΓενική του «δίνη»: στροβιλισμός/κυκλική κίνηση νερού ή αέρα (π.χ. δίνη νερού).

Daily Puzzle #253 · 27 Φεβρουαρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα