ˈði.xti
Ετυμολογίαδίχτυ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίκτυ με ανομοίωση [kt] > [xt] < αρχαία ελληνική δίκτυον
- από ψαράδες, για να παγιδεύουν τα ψάρια
- από κυνηγούς, για να παγιδεύουν τα ζώα ή τα πουλιά
- από τους ανθρώπους, για να μεταφέρουν τα ψώνια
- για να συγκρατεί τα μαλλιά
- για να χωρίζει τον χώρο διεξαγωγής διαφόρων αθλημάτων (βόλεϊ, τένις κ.ά.)
- για να συγκρατεί την μπάλα σε διάφορα αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κ.ά.)
- figurativelyο ιστός της αράχνης
- figurativelyπλέγμα μεθόδων ή ενεργειών που «παγιδεύουν» τους ανθρώπους και συμβάλλουν στην παρακολούθησή τους
Τύποιδίχτυ(neuter)