Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΙΨΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δίψας
verb
δίψας
—
Μορφή του ρήματος «διψάω»: ένιωσες ή ένιωσε δίψα, χρειάστηκες νερό.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#898 · 4 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις