WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δίωκε

verb

δίωκεΠροστακτική του «διώκω»: κυνήγα/καταδίωξε κάποιον, προσπάθησε να τον πιάσεις ή να τον διώξεις.

Daily Puzzle #1057 · 11 Μαΐου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα