Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΑΣΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δασού
δασού
—
γενική ενικού του δασός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του δασός
genitive, singular
γενική ενικού του δασό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#272 · 18 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις