Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΑΣΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δασών
noun
δασών
—
Γενική πληθυντικού του «δάσος»: των δασών, δηλ. των εκτάσεων με πολλά δέντρα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 8
#90 · 9 Ιουλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 18
#22 · 2 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1673 · 17 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις