Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δασών
ουσιαστικό
δασών
—
Γενική πληθυντικού του «δάσος»: των δασών, δηλ. των εκτάσεων με πολλά δέντρα.
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#1673 · 17 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
Dictionary
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του δασό
Wiktionary — CC BY-SA 4.0