WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δεήσω

verb

δεήσωΘα παρακαλέσω ή θα ικετεύσω (μέλλοντας του «δέομαι»).

Daily Puzzle #422 · 15 Αυγούστου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα