Originδείλι < αρχαία ελληνική δείλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyḗws < *dyew- (ουρανός, λάμπω)
- literaryτο δειλινό
“Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι / μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος. (Κώστας Ουράνης, Θα πεθάνω ένα πένθιμο...)”
Formsδείλι(singular, nominative) · δείλι(accusative, singular) · δείλι(singular, vocative) · δείλι(noun, defective, neuter)