Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΚΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δεκτό
adjective
δεκτό
—
Αποδεκτό, κάτι που γίνεται δεκτό ή εγκρίνεται.
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του δεκτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Octordle
Πλέγμα 7
#92 · 11 Ιουλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 11
#73 · 22 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 23
#60 · 9 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle
#17 · 6 Ιουλίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις