ðe.ksiˈa
Ετυμολογίαδεξιά < δεξιός + -ά < αρχαία ελληνική δεξιός
- από τη δεξιά πλευρά
- figurativelyευνοϊκά
- formalτο δεξί χέρι
“έκφραση: δε γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά (για άνθρωπο που δεν έχει ιδέα του τι κάνει)”
- τα συντηρητικά κόμματα
- γυναίκα που υποστηρίζει συντηρητικά κόμματα
“※ η συγκεκριμένη παρέα είναι πολιτικά διχασμένη: οι μισές είναι φόλα δεξιές, οι άλλες μισές φόλα συριζαίες και την τελευταία φορά που βγήκαμε ομαδικώς για καφέ, ως μόνη πασόκα, είχα βρεθεί στη μέση, σ”
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (δεξιό) του δεξιός
- πολιτικός και ιδεολογικός χώρος που δίνει έμφαση στη διατήρηση της κοινωνικής και θεσμικής τάξης, στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην αξία της παράδοσης, με ποικίλες ιστορικές και εθνικές εκφάνσεις
ΤύποιΔεξιά(singular, nominative) · Δεξιές(nominative, plural) · Δεξιάς(genitive, singular) · Δεξιών(genitive, plural) · Δεξιά(accusative, singular) · Δεξιές(accusative, plural) · Δεξιά(singular, vocative) · Δεξιές(vocative, plural) · Δεξιά(feminine)