WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δεχθώ

verb

δεχθώΜορφή του «δέχομαι»: να αποδεχτώ ή να παραλάβω κάτι.

Daily Puzzle #96 · 23 Σεπτεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα