WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δεχτά

adjective

δεχτάΑποδεκτά· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται εντάξει/επιτρεπτό.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1216 · 17 Οκτωβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα