Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΧΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δεχτά
adjective
δεχτά
—
Αποδεκτά· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται εντάξει/επιτρεπτό.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
δεχτά < δεχτός
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεχτό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1216 · 17 Οκτωβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις