WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δεχτό

adjective

δεχτόΑποδεκτό· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται σωστό/εντάξει.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #827 · 24 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα