Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΧΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δεχτό
adjective
δεχτό
—
Αποδεκτό· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται σωστό/εντάξει.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του δεχτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεχτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#827 · 24 Σεπτεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις