Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΕΧΤΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δεχτώ
verb
δεχτώ
—
Αποδέχομαι κάτι, το δέχομαι ή συμφωνώ να το πάρω/να το κάνω.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
θα δεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#20 · 9 Ιουλίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις