WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δεχτώ

verb

δεχτώΑποδέχομαι κάτι, το δέχομαι ή συμφωνώ να το πάρω/να το κάνω.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #20 · 9 Ιουλίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα