OriginΔιπλή < → λείπει η ετυμολογία
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλός
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
FormsΔιπλή(masculine, feminine) · Dipli(transliteration, Latin)