WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

διπλή

επίθετο

διπλήΠου είναι διπλός, δηλαδή έχει δύο μέρη ή είναι δύο φορές (π.χ. διπλή δόση).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1726 · 11 Μαρτίου 2026
·Archive
No comments yet