WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

διττή

adjective

διττήΠου έχει δύο όψεις ή δύο χαρακτήρες· διπλός/αμφίσημος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1505 · 2 Αυγούστου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα