Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΙΤΤΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
διττή
adjective
διττή
—
Που έχει δύο όψεις ή δύο χαρακτήρες· διπλός/αμφίσημος.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ðiˈti
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διττός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1505 · 2 Αυγούστου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις