WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

διψάν

verb

διψάνΜορφή του ρήματος «διψάω»: (εγώ) διψώ, έχω ανάγκη να πιω νερό.

Daily Puzzle #1504 · 1 Αυγούστου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα